"Τα Βαλκάνια"


«Τα Βαλκάνια»
Μαρκ Μαζάουερ

Τιμή 17.5 ευρώ, 263 σελίδες
Εκδόσεις Πατάκη, 2002

Bιβλιοκριτική: Σταυρούλα Πανίδου
Σοσιαλισμός από τα Κάτω Νο131, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2018

Τη δεκαετία του ’90, τα Βαλκάνια ξανάζησαν τη φρίκη των αρχών του 20ου αιώνα. Στη Γιουγκοσλαβία, την οικονομική και πολιτική κατάρρευση των καθεστώτων του κρατικού καπιταλισμού, ακολούθησε η σφαγή. Τα νατοϊκά στρατεύματα και οι πολιτικοοικονομικοί εκβιασμοί των κρατών τους για να λαφυραγωγήσουν την περιοχή, ενίσχυαν το διχασμό και το αιματοκύλισμα.

Για να αιτιολογήσουν τον ιμπεριαλιστικό τους ρόλο στην περιοχή, επανέφεραν τα ρατσιστικά μυθεύματα που είχαν κατασκευάσει για τους βαλκανικούς λαούς στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ έγραψε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 τα ανατρεπτικά, με την κυριολεξία της λέξης, «Βαλκάνια» του, για να αποκαταστήσει την ιστορική πραγματικότητα, καταρρίπτοντας αυτά τα χυδαία στερεότυπα και τις ιδεοληψίες. Σήμερα, που βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολύ μεγαλύτερη έξαρση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Βαλκάνια, στη Μ. Ανατολή και την Αφρική, σήμερα που τα ρατσιστικά σκουπίδια και τα εθνικιστικά παραληρήματα γίνονται ξανά επίσημη εγκληματική διεθνής πολιτική, βιβλία σαν αυτό του Μαζάουερ είναι πολύτιμα για τη δική μας πλευρά.

Το δυτικό αφήγημα φορτίζει τον όρο Βαλκάνια με συνυποδηλώσεις βίας, αγριότητας και πρωτογονισμού. Μιλά για λαούς που αποκόπηκαν από τον εκσυγχρονισμό της υπόλοιπης Ευρώπης, καθώς ήταν επί αιώνες τμήμα της πολιτισμικά, πολιτικά και οικονομικά καθυστερημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για λαούς που παρέμειναν βάρβαροι, δέσμιοι της θρησκευτικής και εθνικιστικής τους μισαλλοδοξίας, ανίκανοι να δημιουργήσουν ευνομούμενες και οικονομικά υγιείς κοινωνίες. Συνεπώς, η με κάθε τρόπο παρέμβαση των εξελιγμένων κρατών του δυτικού κόσμου ήταν και είναι απαραίτητη για να επιλύονται τα εκεί προβλήματα.

Ο Μαζάουερ, εντάσσοντας τη βαλκανική εμπειρία στο ευρωπαϊκό ιστορικό γίγνεσθαι, καταδεικνύει τις ομοιότητές τους και δίνει στις διαφορές το πραγματικό τους βάρος. Τα βαλκανικά εθνικά κράτη δημιουργήθηκαν πάνω στις ίδιες αρχές και τις ίδιες πρακτικές (ιδεολογικές, πολιτικές, οικονομικές) με τα ευρωπαϊκά κράτη, δημιουργήθηκαν δηλαδή και λειτούργησαν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους.

Ο εθνικισμός ήταν ανύπαρκτος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί ήταν άχρηστος στη λειτουργία της πολιτικής και οικονομικής της δομής. Οι εθνικές ταυτότητες κατασκευάστηκαν εκ του μηδενός στους λαούς των Βαλκανίων, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, όπως και στην αυγή του καπιταλισμού στους λαούς της Ευρώπης. Οι βαλκανικοί εθνικισμοί, στην πρώτη τους φάση ανάμικτοι με τα κοινωνικά και πολιτικά ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης, έγιναν λίγο αργότερα οι αλυτρωτισμοί - μεγαλοϊδεατισμοί, δηλαδή οι κρατικές πολιτικές των αρχικά λιλιπούτειων βαλκανικών κρατών, για να στηρίξουν την εδαφική επέκταση του καθενός απ’ αυτά. Ολοκληρώθηκαν εδαφικά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα με τους επεκτατικούς πολέμους που ονομάστηκαν Βαλκανικοί και με τον ίδιο τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δημιουργία τους, όπως και η κατοπινή εδαφική τους επέκταση, καταπολεμήθηκε ή ενισχύθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ανάλογα με το πώς συνέφερε κατά καιρούς να χειρισθούν οι τελευταίες το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα», δηλαδή τη συντήρηση ή το θάνατο του «μεγάλου ασθενούς», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα βαλκανικά κράτη, λοιπόν, ακολούθησαν την «εθνική ολοκλήρωση» που δίδαξε η ίδια η Ευρώπη. Μόνο που στα Βαλκάνια, η ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων για την προώθηση των συμφερόντων τους οδήγησε σε μεγαλύτερη αιματοχυσία.

Ο εθνικισμός, όμως, είχε να επιτελέσει λειτουργίες και μετά την εδαφική ολοκλήρωση των βαλκανικών κρατών. Εντός των νέων κρατών έπρεπε να επιτευχθεί η ομογενοποίηση των πληθυσμών τους. Οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν περνούσαν από τη βίαιη καταστολή των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που εγκλωβίστηκαν εντός των νεοχαραγμένων συνόρων έως και τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών (π.χ «ανταλλαγές» ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών μετά το τέλος του μικρασιατικού πολέμου). Ούτε κι εδώ έχουμε, βέβαια, μια βαλκανική πρωτοτυπία. Η ομογενοποίηση των πληθυσμών με κάθε τρόπο, κατασταλτικό ή μη, αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας του καπιταλιστικού κράτους και η Δυτική Ευρώπη ήταν η πρώτη διδάξασα, ενίοτε μάλιστα με πολύ βιαιότερες μεθόδους.

Τα δυτικά κράτη υπήρξαν πρωτοπορία στις εθνικές και θρησκευτικές εκκαθαρίσεις. Από τα πογκρόμ των σεφαραδιτών Εβραίων στην Ιβηρική, που βρήκαν καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη μαζική σφαγή των Ουγενότων στη Γαλλία, τις βαρβαρότητες της αποικιοκρατίας στην Ασία και στην Αφρική, την Ιρλανδία και τα εγκλήματα του ναζισμού, η Ευρώπη, φεουδαρχική ή καπιταλιστική, δίδαξε την κτηνωδία. Στο ζήτημα της βίας, ο Μαζάουερ θα επανέλθει στο τελευταίο του κεφάλαιο, για να δείξει ότι η βία που υπήρξε ή και συνεχίζει να υπάρχει στα βαλκανικά κράτη ωχριά μπροστά στη σύγχρονη, νομιμοποιημένη κρατική βία της δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Όσον αφορά στο μύθο της πολιτικής καθυστέρησης των βαλκανικών κρατών, ο Μαζάουερ δείχνει ότι καμιά πολιτειακή μορφή στα Βαλκάνια δε διέφερε από τις αντίστοιχες της Δύσης. Η προβαλλόμενη «δημοκρατική παράδοση» της Ευρώπης δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος. Στη μεγαλύτερη διάρκειά της, η Ευρώπη κυβερνήθηκε από θεοκρατικές απολυταρχίες, που καταλύθηκαν με τις αστικές της επαναστάσεις. Ακόμη και τότε, όμως, σ’ όλον τον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, αλλά και στον 20ο, ο κοινοβουλευτισμός της σφιχταγκαλιάζεται με τις βασιλείες, τα δε φασιστικά καθεστώτα και ο ναζισμός γεννήθηκαν ακριβώς στην καρδιά της δυτικής Ευρώπης. Όσο για το μύθο της ανικανότητας για οικονομική ανάπτυξη καταρρίπτεται από τα ίδια τα νούμερα: μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα βαλκανικά κράτη επέδειξαν τους υψηλότερους ρυθμούς εκβιομηχάνισης παγκόσμια. Τα δε προβλήματα που αντιμετώπισαν ή αντιμετωπίζουν είναι απότοκα της παγκόσμιας οικονομίας. Ό, τι καθορίζει την παγκόσμια οικονομία, καθορίζει και τις οικονομίες των βαλκανικών κρατών, πόλεμοι και οικονομικές κρίσεις.

Στο πυκνογραμμένο του βιβλίο, ο Μαζάουερ ανατρέπει και επιμέρους μύθους, ντόπιας παραγωγής, δείχνοντας ότι πολλά μέλη της πρώην βυζαντινής αριστοκρατίας υπήρξαν στελέχη της οθωμανικής διοίκησης, ότι το Πατριαρχείο είχε διευρυμένες εξουσίες στους χριστιανικούς πληθυσμούς, ότι οι τελευταίοι υποδέχτηκαν με ανακούφιση την οθωμανική κατάκτηση, μετά την ανασφάλεια που επί αιώνες βίωναν ως υπήκοοι της παραπαίουσας, ειδικά μετά τις σταυροφορίες, βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι στο βιβλίο αποκτούν φωνή αυτοί που στις επίσημες ιστορίες είναι αόρατοι: οι αγρότες των Βαλκανίων και οι φτωχοί των πόλεων. Στα χωριά και στις πόλεις του οθωμανικού κράτους, που δεν χρειαζόταν να ενισχύει τη φυλετική ή τη θρησκευτική μισαλλοδοξία από τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής του (η μόνη διαφορά αντιμετώπισης των μουσουλμανικών πληθυσμών ήταν ότι πλήρωναν λιγότερους φόρους, επειδή είχαν την υποχρέωση να υπηρετούν στο στρατό), οι άνθρωποι συμβίωσαν ειρηνικά επί αιώνες, μέσα στα πλαίσια μιας πολυπολιτισμικής αλληλεγγύης και σεβασμού της διαφορετικότητας. Οι αγρότες, καθώς δεν ήταν δεμένοι με τη γη, αφού αυτή, μέχρι σχεδόν τα μέσα του 19ου αιώνα, ανήκε στο κράτος και κατόπιν στους τσιφλικάδες, συχνά μετακινούνταν απ’ άκρη σ’ άκρη στα χωρίς σύνορα Βαλκάνια, δουλεύοντας ως εργάτες γης. Οι άνθρωποι στα Βαλκάνια ήταν κυριολεκτικά απάτριδες και κοσμοπολίτες.

Δυστυχώς, ο Μαζάουερ χάνει από τα μάτια του τη διεθνιστική προοπτική αυτής της πραγματικότητας. Όχι μόνον για τις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και για τον καινούριο αιώνα. Ταυτίζοντας τον εθνικισμό των αρχουσών τάξεων, που τον χρειάζονται ως απαραίτητο εργαλείο για την ύπαρξη των εθνικών τους κρατών – ορμητηρίων με τον εθνικισμό ως ιδεολογία των υπάλληλων τάξεων, την οποία μπορούν να αποτινάξουν, τον περιβάλλει με μια ανυπέρβλητη παντοδυναμία. Ταυτόχρονα, μη κατανοώντας την κρατικοκαπιταλιστική φύση των καθεστώτων τους και θεωρώντας ότι αυτό που απέτυχε στα βαλκανικά κράτη ήταν ο κομμουνισμός – και στο επίπεδο των δικαιωμάτων των εθνοτήτων και στο επίπεδο της οικονομίας – δε βλέπει άλλη προοπτική για την ευημερία τους πέρα από μια υγιή καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη, που «θα επιτρέψει και την άνθηση της δημοκρατίας».

Παρά τις πολιτικές του αδυναμίες, το βιβλίο παραμένει εξαιρετικά χρήσιμο και επίκαιρο. Κάνοντας φέτος την 23η τους έκδοση, τα «Βαλκάνια» κατέρριψαν ακόμη έναν μύθο, αποδεικνύοντας πως οι άνθρωποι επιζητούν να διαβάσουν ό, τι μπορεί να τους βοηθήσει να κατανοήσουν καλύτερα την πραγματικότητα.

2018 "Τα Βαλκάνια"